επιδηλώ

ἐπιδηλῶ, -όω (AM)
δηλώνω φανερά, καταδεικνύω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιδήλῳ — ἐπίδηλος seen clearly masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίδηλος — ἐπίδηλος, ον (Α) [επιδηλώ] 1. φανερός, κατάδηλος («ἐπίδηλον ἡμῖν τοῖς προσώποισιν ποιεῖν», Αρφ.) 2. αυτός που φανερώνει επερχόμενη κρίση 3. αξιοπρόσεκτος, αξιόλογος («εἰ μηδὲν ἐπίδηλον ποιήσουσιν οἱ ἐργάται», Ξεν.) 4. αυτός που μοιάζει με κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • επιδήλωσις — ἐπιδήλωσις, ἡ (AM) [επιδηλώ] δήλωση, φανέρωση …   Dictionary of Greek

  • συνεπιδηλώ — όω, Μ δηλώνω φανερά μαζί με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιδηλῶ «δηλώνω φανερά»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.